αποβολή

ουσιαστικό

1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα της απομάκρυνσης προσώπου από εκπαιδευτικό ίδρυμα, εργασιακό χώρο ή άλλη ομάδα, συνήθως ως πειθαρχικό μέτρο.

2. Αυτόματη ή ανεπιθύμητη διακοπή της κύησης πριν από την πλήρη ανάπτυξη του εμβρύου.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Οι γονείς διαμαρτυρήθηκαν για την αποβολή του μαθητή χωρίς προηγούμενη ενημέρωση.
  • Η εγκυμοσύνη κατέληξε σε αποβολή στις οκτώ εβδομάδες.
  • Ο διαιτητής έδωσε αποβολή στον ποδοσφαιριστή για αντικανονική ενέργεια.
  • Η αποβολή των τοξινών από το σώμα γίνεται κυρίως μέσω του ήπατος και των νεφρών.
  • Η αποβολή του βουλευτή από τη Βουλή αποφασίστηκε μετά την ολοκλήρωση της έρευνας.