απασχολώ
ρήμα1. Καταλαμβάνω τον χρόνο ή την προσοχή κάποιου με δραστηριότητες ή εργασίες, κάνοντάς τον απασχολημένο.
2. Δίνω εργασία σε κάποιον ή τον χρησιμοποιώ σε μια θέση ή έργο, παρέχοντας επαγγελματική απασχόληση.
Συνώνυμα
προσλαμβάνω μισθώνω απορροφώ προβληματίζω διασκεδάζω ψυχαγωγώ αναθέτω δεσμεύω καταλαμβάνω καταναλώνω ανησυχώ αναστατώνω εμπλέκω κρατώ φορτώνω ενοχλώ ασχολώ ενασχολώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε απόγευμα απασχολώ τα παιδιά με ζωγραφική.
- Στην εταιρεία απασχολώ πολλούς συνεργάτες σε διάφορα έργα.
- Τον τελευταίο καιρό απασχολώ το μυαλό μου με το μέλλον και τις σπουδές.
- Για να περάσει η ώρα απασχολώ τα χέρια μου με πλέξιμο.
- Απασχολώ τον εαυτό μου με διάβασμα και γυμναστική όταν θέλω να ηρεμήσω.