απάντηση
ουσιαστικό1. Προφορική ή γραπτή έκφραση που παρέχει πληροφορίες ή διευκρινίσεις σε ερώτηση, αίτημα ή παρατήρηση.
2. Πράξη ή συμπεριφορά με την οποία ένα άτομο ή σύστημα αντιδρά σε ερέθισμα, γεγονός ή ενέργεια άλλου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η απάντηση στην ερώτηση του καθηγητή ήταν επεξηγηματική.
- Βρήκα την απάντηση στο μαθηματικό πρόβλημα.
- Περιμένω απάντηση στο email που έστειλα χθες.
- Η απάντηση του οργανισμού στα παράπονα ήταν γρήγορη.
- Η απάντηση του ασθενούς στη θεραπεία ήταν ενθαρρυντική.