αξιολύπητος
επίθετο1. Που προκαλεί ή δικαιολογεί λύπηση λόγω αδυναμίας, κακοτυχίας ή δυσμενούς κατάστασης.
2. Που κρίνεται με απαξιωτικό τρόπο και προκαλεί οίκτο ή περιφρόνηση εξαιτίας μικρότητας, ανικανότητας ή ύπαρξης σε ταπεινωτική κατάσταση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο πρόσφυγας φαινόταν αξιολύπητος μετά το μακρύ ταξίδι.
- Η εικόνα της εγκαταλελειμμένης γάτας ήταν πραγματικά αξιολύπητη.
- Το επιχείρημα που παρουσίασε ήταν αξιολύπητο και δεν έπεισε κανέναν.
- Οι συνθήκες εργασίας στα εργοστάσια ήταν αξιολύπητες και χρήζουν άμεσης παρέμβασης.
- Η προσπάθειά του να δικαιολογηθεί ήταν αξιολύπητη.
- Το ποσό των αποζημιώσεων ήταν αξιολύπητο σε σύγκριση με τις ζημιές.