αντεπιτίθεμαι
ρήμα1. Εκτελώ επιθετική ενέργεια προς εχθρό ή αντίπαλο ως απάντηση σε προηγούμενη επίθεση ή πίεση, με σκοπό την απόκρουση, τη βλάβη, την αποθάρρυνση ή την ανάκτηση του ελέγχου.
Συνώνυμα
αντεκδικώ ανταποδίδω εκδικούμαι επιτίθεμαι αμύνομαι συγκρούομαι αντιστέκομαι αντιδρώ απαντώ ανταπαντώ χτυπώ τιμωρώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Όταν μου επιτίθενται, αντεπιτίθεμαι χωρίς δισταγμό.
- Στις συζητήσεις όπου αμφισβητούνται οι ιδέες μου, αντεπιτίθεμαι με λογικά επιχειρήματα.
- Όταν κάποιος με δυσφημεί στο διαδίκτυο, αντεπιτίθεμαι νομικά.
- Στο παιχνίδι, μόλις κερδίσω πρωτοβουλία, αντεπιτίθεμαι γρήγορα για να εκμεταλλευτώ το προβάδισμα.
- Σε προσωπικά χτυπήματα, προτιμώ πρώτα να υποχωρώ και μετά αντεπιτίθεμαι στρατηγικά.