ανταπαντώ
ρήμα1. Εκφέρω λόγο ως αντίκρουση σε παρατήρηση, ερώτηση ή επίκριση, με σκοπό να υπερασπιστώ θέση ή να αντικρούσω επιχείρημα.
2. Διατυπώνω αντίλογο ή σχόλιο με ζωηρό ή πιεστικό τρόπο, ιδιαίτερα σε προφορική αντιπαράθεση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στη δημόσια συζήτηση, ανταπαντώ όταν θεωρώ ότι διαστρεβλώνουν τα λόγια μου.
- Όταν με διακόπτουν με προσβλητικό τρόπο, ανταπαντώ ψύχραιμα για να διατηρήσω τον έλεγχο της συζήτησης.
- Στα επαγγελματικά e-mails, ανταπαντώ σε όλες τις ερωτήσεις μέσα σε 24 ώρες.
- Σε δικαστικές διαδικασίες, ανταπαντώ στις κατηγορίες παρουσιάζοντας τεκμήρια.
- Μερικές φορές δεν ανταπαντώ σε προκλήσεις, γιατί προτιμώ να μην δώσω συνέχεια.