ανισόρροπος
επίθετο1. Που δεν έχει ισορροπία ή σταθερότητα στην κατανομή βάρους ή στη θέση, με τάση να πέφτει, να κλυδωνίζεται ή να λειτουργεί ανώμαλα.
Συνώνυμα
ασταθής ανισορροπημένος ασύμμετρος ασυμμετρικός ανισοβαρής απορρυθμισμένος αποσταθεροποιημένος διαταραγμένος αλλοπρόσαλλος παράφρων τρελός παλαβός εκκεντρικός ακατάστατος ανώμαλος
Αντώνυμα
ισορροπημένος σταθερός ευσταθής συνεπής λογικός ορθολογικός ήρεμος νηφάλιος συντονισμένος συμμετρικός συγκροτημένος υγιής σοβαρός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο χορευτής έπεσε γιατί ήταν ανισόρροπος.
- Η συμπεριφορά του χαρακτήρα στην ταινία ήταν ανισόρροπη, γεμάτη ξαφνικές εκρήξεις.
- Ο προϋπολογισμός της εταιρείας είναι ανισόρροπος και χρειάζεται αναπροσαρμογή.
- Η σχέση εργασίας στο τμήμα ήταν ανισόρροπη, με λίγους να παίρνουν όλες τις αποφάσεις.
- Οι ισορροπίες στο σύστημα έγιναν ανισόρροπες μετά τις πρόσφατες αλλαγές.