ανεπίτρεπτος
επίθετο1. Που δεν επιτρέπεται να γίνει, να χρησιμοποιηθεί ή να συμβεί σύμφωνα με κανόνες, νόμους ή καθιερωμένες πρακτικές.
Συνώνυμα
απαράδεκτος απαγορευμένος παράνομος αθέμιτος ακατάλληλος ανάρμοστος παράτυπος απορριπτέος απρεπής ανεπιθύμητος επιλήψιμος αντισυνταγματικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η συμπεριφορά του ήταν ανεπίτρεπτη σε μια επαγγελματική συνάντηση.
- Είναι ανεπίτρεπτο να καπνίζεις μέσα στο νοσοκομείο.
- Η χρήση κινητών κατά τη διάρκεια της παράστασης θεωρείται ανεπίτρεπτη.
- Έκαναν ανεπίτρεπτα λάθη στη διαχείριση των κονδυλίων.
- Ο σχολιασμός του δημοσιογράφου ήταν ανεπίτρεπτος.