ανειδίκευτος

επίθετο

1. Που δεν έχει αποκτήσει ειδική κατάρτιση, επαγγελματικές δεξιότητες ή εμπειρία σε συγκεκριμένο τομέα.

2. Που δεν διαθέτει εξειδίκευση ή προσαρμογή για ειδικές εργασίες, λειτουργώντας με γενικό ή βασικό τρόπο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο ανειδίκευτος εργάτης αναλαμβανε απλες χειρωνακτικες εργασιες.
  • Η ανειδίκευτη νοσοκομα χρειαστηκε επιπλεον εκπαιδευση για την εντατικη.
  • Σε πολλες εταιρειες προσλαμβανονται ανειδίκευτοι για εποχιακες θεσεις.
  • Το νοσοκομειο δεν δεχεται ανειδίκευτο προσωπικο στο χειρουργειο.
  • Η νεα οδηγος ηταν ανειδίκευτη και δυσκολευοταν να χειριστει το οχημα σε χιονι.