ανέρχομαι

ρήμα

1. Μετακινούμαι ή ανεβαίνω από χαμηλότερο προς υψηλότερο σημείο ή επίπεδο.

2. Αποκτώ υψηλότερη θέση ή βαθμίδα στην ιεραρχία ή στην κοινωνική/επαγγελματική κλίμακα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Από το ισόγειο ανέρχομαι στον δεύτερο όροφο με τις σκάλες.
  • Με τις υπερωρίες αυτήν την εβδομάδα ανέρχομαι σε εξήντα ώρες εργασίας.
  • Με την προαγωγή ανέρχομαι στο βαθμό του διευθυντή.
  • Στην επίσημη λίστα υποψηφίων ανέρχομαι ως εκπρόσωπος του συλλόγου.
  • Κατά τη διάρκεια της τελετής ανέρχομαι στο βήμα για να μιλήσω.