ανέβασμα
ουσιαστικό1. Κίνηση ή αποτέλεσμα της μετακίνησης προς τα πάνω, ανύψωση σε θέση ή επίπεδο.
2. Αύξηση επιπέδου, ποσότητας ή έντασης σε σχέση με προηγούμενη κατάσταση.
Συνώνυμα
μεταφόρτωση ανύψωση ανάβαση φόρτωση ανόρθωση αναρρίχηση σκαρφάλωμα αναβάθμιση αύξηση ανάταση ανύψωμα φόρτωμα άνοδος ανάρτηση ανατίμηση καταχώρηση στήσιμο απογείωση εκτόξευση ανάκαμψη γνωστοποίηση καταχώριση ανέλιξη ενθάρρυνση προαγωγή
Αντώνυμα
κατέβασμα κατάβαση κάθοδος εκφόρτωση υποβάθμιση μείωση χαμήλωμα υποχώρηση πτώση υποβιβασμός προσγείωση καθίζηση βουτιά φρενάρισμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το ανέβασμα στο βουνό ήταν απότομο αλλά όμορφο.
- Έκανα το ανέβασμα του αρχείου στην πλατφόρμα χθες.
- Το ανέβασμα της θερμοκρασίας το πρωί ανησύχησε τους κατοίκους.
- Το ανέβασμα του τραγουδιστή στη σκηνή έγινε με χειροκροτήματα.
- Χρειαζόμαστε βοήθεια για το ανέβασμα των επίπλων στον τρίτο όροφο.