ανάρρωση
ουσιαστικό1. Σταδιακή επαναφορά της σωματικής ή ψυχικής υγείας και λειτουργικότητας μετά από ασθένεια, τραυματισμό ή ιατρική παρέμβαση.
2. Βελτίωση ή επιστροφή σε καλή κατάσταση μετά από οικονομική, κοινωνική ή γενική δυσχέρεια.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ανάρρωση του ασθενούς προχώρησε ομαλά μετά την εγχείρηση.
- Χρειάστηκε πολύς χρόνος για να ολοκληρωθεί η ανάρρωση του μετά το διαζύγιο.
- Η ανάρρωση της οικονομίας μετά την κρίση θα είναι σταδιακή.
- Η ανάρρωση του αθλητή από τον σοβαρό τραυματισμό απαιτεί εξειδικευμένη αποκατάσταση.
- Η ανάρρωση της πόλης μετά τον σεισμό θα χρειαστεί πολυετείς προσπάθειες.