ανάδειξη
ουσιαστικό1. Διαδικασία ή αποτέλεσμα της προβολής ενός προσώπου, έργου, ιδέας ή χαρακτηριστικού, ώστε να γίνει πιο εμφανές και να κερδίσει δημόσια προσοχή ή αναγνώριση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
απόκρυψη κάλυψη υποβάθμιση αποκλεισμός περιθωριοποίηση αποσιώπηση υπονόμευση παραγκωνισμός σιωπή εξαφάνιση καταπίεση παροπλισμός ακύρωση άρνηση ανακοπή
Παραδείγματα χρήσης
- Η ανάδειξη των ταλέντων των νέων καλλιτεχνών ήταν βασικός στόχος του φεστιβάλ.
- Η δημοτική επιτροπή αποφάσισε την ανάδειξη του νέου δημάρχου.
- Η έκθεση επικεντρώθηκε στην ανάδειξη της τοπικής πολιτιστικής κληρονομιάς.
- Για την ανάδειξη των περιβαλλοντικών προβλημάτων χρειάζονται μετρήσεις και διαφάνεια.
- Η σωστή ανάδειξη των ιστορικών στοιχείων ενίσχυσε το ενδιαφέρον των επισκεπτών.