αμόρφωτος
επίθετο1. Που στερείται στοιχειώδους ή επαρκούς μόρφωσης και γενικής παιδείας.
2. Που εκδηλώνει έλλειψη γνώσεων ή στοιχειώδους παιδείας στην έκφραση, στη συμπεριφορά ή στις πεποιθήσεις.
Συνώνυμα
αγράμματος απαίδευτος αδαής ανίδεος αναλφάβητος ακαλλιέργητος άσχετος αμαθής άσχετα ακατάρτιστος ανειδίκευτος ανεκπαίδευτος άξεστος απολίτιστος ημιμαθής κουτός βάρβαρος βλάκας
Αντώνυμα
μορφωμένος γραμματισμένος εγγράμματος καλλιεργημένος ψαγμένος επιστήμονας εκπαιδευμένος διαβασμένος φιλομαθής γνώστης εκπαιδευτικός καταρτισμένος πνευματικός ειδικός ειδήμων σοφός ειδικευμένος ενημερωμένος έξυπνος εξειδικευμένος ευφυής
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αμόρφωτος εργάτης δυσκολευόταν να συμπληρώσει τη φόρμα.
- Η κοινωνία δεν πρέπει να στιγματίζει την αμόρφωτη γυναίκα.
- Το αμόρφωτο σχόλιο αποκάλυψε την έλλειψη γνώσης.
- Οι αμόρφωτοι γείτονες διαδίδουν φήμες χωρίς αποδείξεις.
- Οι αμόρφωτες ιδέες στο άρθρο προκάλεσαν αντιδράσεις.