αμέριμνος
επίθετοΠου δεν επιδεικνύει ανησυχία ή μέριμνα, παραμένοντας χωρίς έντονη προσοχή ή φροντίδα προς ενδεχόμενους κινδύνους, προβλήματα ή υποχρεώσεις.
Συνώνυμα
ανέμελος ξέγνοιαστος απροβλημάτιστος χαλαρός απερίσκεπτος απρόσεκτος ανυποψίαστος αφηρημένος ατάραχος αμελής απτόητος αδιαφόρος επιπόλαιος ελαφρόμυαλος ανεύθυνος κουλ ηρεμημένος ψύχραιμος άνετος τεμπέλης
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθισε στην ακροθαλασσιά, αμέριμνος, και άφησε το βλέμμα του να χαθεί στον ορίζοντα.
- Η αμέριμνη μητέρα ξέχασε τα κλειδιά μέσα στο σπίτι.
- Ήταν αμέριμνος απέναντι στον κίνδυνο και δεν φοβήθηκε να προχωρήσει.
- Το χωριό φαινόταν αμέριμνο το πρωί, χωρίς ανθρώπους στους δρόμους.
- Οι αμέριμνοι περαστικοί δεν κατάλαβαν ότι η πορεία είχε αλλάξει.