ακολουθώ

ρήμα

1. Πηγαίνω ή κινούμαι πίσω από κάποιον ή κάτι, διατηρώντας την ίδια κατεύθυνση ή διαδρομή.

2. Έρχομαι ή τοποθετούμαι μετά από κάτι σε σειρά, χρονική ακολουθία ή διαδικασία.

3. Μιμούμαι ή υιοθετώ συμπεριφορά, πρότυπα, ιδέες ή ενέργειες κάποιου.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο σκύλος ακολουθούσε τον ιδιοκτήτη του μέχρι το σπίτι.
  • Στο Instagram ακολουθώ πολλούς φωτογράφους για έμπνευση.
  • Για να γίνει σωστά το πείραμα πρέπει να ακολουθήσουμε τις οδηγίες με προσοχή.
  • Η οικογένεια ακολουθεί τις παραδόσεις κάθε χρόνο.
  • Στη συνταγή πρέπει να ακολουθείς τα βήματα με τη σειρά.