αδυνατώ
ρήμα1. Να μην μπορεί κάποιος να εκτελέσει ή να ολοκληρώσει μια ενέργεια λόγω έλλειψης ικανοτήτων, δυνατοτήτων, μέσων ή κατάλληλων συνθηκών.
2. Να μην διαθέτει κάποιος τη σωματική ή πνευματική δύναμη ή αντοχή που απαιτείται για μια δραστηριότητα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Αδυνατώ να παραστώ στη συνέλευση λόγω επαγγελματικής υποχρέωσης.
- Αδυνατώ να πιστέψω ότι πέρασε τόσος καιρός.
- Αδυνατώ να σηκώσω τόσο βάρος σήμερα λόγω τραυματισμού.
- Αδυνατώ να καταβάλω το ποσό που ζητάτε αυτόν τον μήνα.
- Αδυνατώ να απαντήσω στο ερώτημά σας χωρίς περισσότερα στοιχεία.