αδρανής

επίθετο

1. Που δεν κινείται ή παρουσιάζει έλλειψη φυσικής κίνησης και δραστηριότητας.

2. Που δεν αντιδρά ή έχει πολύ περιορισμένη χημική ή φυσική δραστηριότητα όταν εκτίθεται σε ερεθίσματα ή ουσίες.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο κινητήρας του αυτοκινήτου έμεινε αδρανής μετά τη βλάβη.
  • Η ουσία στο εργαστήριο ήταν αδρανής, δεν αντιδρούσε με τα υπόλοιπα δείγματα.
  • Η ηφαιστειακή περιοχή θεωρείται αδρανής εδώ και χιλιάδες χρόνια.
  • Ο υπάλληλος παρέμεινε αδρανής ενώ του ζητήθηκε να αναλάβει δράση.
  • Η εταιρεία παρέμεινε αδρανής μέχρι να βελτιωθούν οι οικονομικές συνθήκες.