αδιαλλαξία
ουσιαστικό1. Στάση ή συμπεριφορά ατόμου ή ομάδας που εκδηλώνεται με άρνηση κάθε συμβιβασμού ή παραχώρησης σε διαπραγματεύσεις, συζητήσεις ή διαφωνίες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
διαλλακτικότητα συμβιβαστικότητα συμβιβασμός υποχώρηση ανοχή διπλωματία ανεκτικότητα δεκτικότητα ευελιξία ευκαμψία επιείκεια υποχωρητικότητα συναινετικότητα συνδιαλλαγή χαλαρότητα προθυμία συνεννόηση συνεργασία
Παραδείγματα χρήσης
- Η αδιαλλαξία του προϊσταμένου έκανε το έργο αδύνατο.
- Στην πολιτική συζήτηση διαφάνηκε η αδιαλλαξία των δύο πλευρών.
- Η αδιαλλαξία της εταιρείας στην οικονομική διαπραγμάτευση οδήγησε σε απεργία.
- Παρά τις εξηγήσεις, η αδιαλλαξία του νεαρού δεν άλλαξε τη στάση του.
- Η ιατρική ομάδα ανησυχούσε για την αδιαλλαξία του ασθενούς απέναντι στη θεραπεία.