αγκάθι

ουσιαστικό

1. Μικρό, σκληρό και αιχμηρό εξόγκωμα ή ακίδα που υπάρχει σε φυτά (π.χ. κλαδιά, φύλλα) ή σε ορισμένα ζώα και μπορεί να τρυπήσει, γρατζουνίσει ή τραυματίσει.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το αγκάθι μπήκε στο πόδι του ενώ περπατούσε στο χωράφι.
  • Έβγαλε τα αγκάθια από το τριαντάφυλλο με προσοχή.
  • Το κύριο αγκάθι της διαπραγμάτευσης ήταν το κόστος.
  • Η έλλειψη προσωπικού έγινε αγκάθι για τη λειτουργία του νοσοκομείου.
  • Το παρελθόν του συνέχιζε να είναι αγκάθι στη ζωή του.