αγαθός

επίθετο

1. Που διαθέτει ηθικές αρετές και συμπεριφέρεται με δικαιοσύνη, ειλικρίνεια και φροντίδα προς τους άλλους.

2. Που έχει υψηλή ποιότητα ή αξία και εκδηλώνεται με αξιοπρέπεια και σεβασμό στην πράξη.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Είναι αγαθός άνθρωπος και πάντα βοηθάει όσους έχουν ανάγκη.
  • Η γιαγιά είχε μια αγαθή καρδιά και συγχώρησε όλους.
  • Το δημόσιο αγαθό της πόλης είναι το νερό.
  • Το παιδί ήταν αγαθό και πίστευε πάντα στην καλοσύνη των ανθρώπων.
  • Κατέγραψαν όλα τα αγαθά που χάθηκαν στο σεισμό.