αγαθός
επίθετο1. Που διαθέτει ηθικές αρετές και συμπεριφέρεται με δικαιοσύνη, ειλικρίνεια και φροντίδα προς τους άλλους.
2. Που έχει υψηλή ποιότητα ή αξία και εκδηλώνεται με αξιοπρέπεια και σεβασμό στην πράξη.
Συνώνυμα
καλός καλόκαρδος καλοσυνάτος καλόψυχος καλοπροαίρετος ευγενής ενάρετος ηθικός προσηνής ευσπλαχνικός γενναιόδωρος φιλάνθρωπος ανιδιοτελής συμπονετικός βοηθητικός ωφέλιμος ευεργετικός ψυχάρα γλυκός φιλικός
Αντώνυμα
κακός μοχθηρός κακόβουλος άσπλαχνος ανήθικος πονηρός ύπουλος κακεντρεχής δόλιος ιδιοτελής σκληρός εγωιστής ψυχρός αναίσθητος κακοήθης καταραμένος αλήτης αχρείος
Παραδείγματα χρήσης
- Είναι αγαθός άνθρωπος και πάντα βοηθάει όσους έχουν ανάγκη.
- Η γιαγιά είχε μια αγαθή καρδιά και συγχώρησε όλους.
- Το δημόσιο αγαθό της πόλης είναι το νερό.
- Το παιδί ήταν αγαθό και πίστευε πάντα στην καλοσύνη των ανθρώπων.
- Κατέγραψαν όλα τα αγαθά που χάθηκαν στο σεισμό.