έξαψη

ουσιαστικό

1. Ψυχική κατάσταση έντονης διέγερσης και συναισθηματικής έντασης, που προκαλεί ζωηρή αντίδραση, εστίαση και συχνά παρορμητικές συμπεριφορές.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η έξαψη του πλήθους μετά τη νίκη ήταν απερίγραπτη.
  • Τον κυρίευσε έξαψη όταν διάβασε το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου.
  • Η έξαψη του πάθους ανάμεσα στους δύο χαρακτήρες ήταν εμφανής στη σκηνή.
  • Η συζήτηση έπιασε έξαψη και τα επιχειρήματα έγιναν οξύτερα.
  • Η πολιτική έξαψη οδήγησε σε έντονες αντιπαραθέσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.