έξαλλος
επίθετο1. Που χάνει την αυτοσυγκράτηση εξαιτίας έντονης συναισθηματικής φόρτισης και εκδηλώνει παρορμητική, ισχυρή αντίδραση.
2. Που εμφανίζει ακραία, ανεξέλεγκτη ή υπερβολική συμπεριφορά, εκφρασμένη μέσω λόγου, πράξης ή εμφάνισης.
Συνώνυμα
οργισμένος θυμωμένος εξαγριωμένος μαινόμενος λυσσασμένος αγριεμένος εκνευρισμένος εκρηκτικός θερμόαιμος θυμώδης παλαβός τρελός τρελαμένος ανάστατος εξωφρενικός παροξυσμικός αγανακτισμένος εκστασιασμένος εκστατικός κατενθουσιασμένος παραληρηματικός υστερικός ενοχλημένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο πατέρας ήταν έξαλλος όταν έμαθε για το τροχαίο.
- Η δασκάλα έγινε έξαλλη με τους μαθητές που μιλούσαν στην τάξη.
- Το σκυλί έγινε έξαλλο όταν άκουσε το κουδούνι.
- Οι φίλοι έγιναν έξαλλοι από τη χαρά όταν είδαν το δώρο.
- Η τραγουδίστρια βγήκε στη σκηνή έξαλλη και απέσπασε το δυνατό χειροκρότημα.