ένσταση
ουσιαστικό1. Έκφραση διαφωνίας ή αντίρρησης απέναντι σε άποψη, δήλωση ή πράξη, με σκοπό την αμφισβήτηση ή την αποτροπή της.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο δικηγόρος υπέβαλε ένσταση κατά του πορίσματος.
- Κατά τη συζήτηση, εξέφρασα ένσταση στο σχέδιο λόγω του κόστους.
- Η επιτροπή απέρριψε την ένσταση για τυπικούς λόγους.
- Η ένσταση της αντιπολίτευσης οδήγησε σε επανάληψη της ψηφοφορίας.
- Έχω μια ένσταση σχετικά με την ακρίβεια των στοιχείων.