έκβαση
ουσιαστικό1. Η τελική κατάσταση στην οποία καταλήγουν πρόσωπα, πράγματα ή καταστάσεις μετά την εξέλιξη μιας διαδικασίας, ενός συμβάντος ή μιας σειράς ενεργειών.
Συνώνυμα
αποτέλεσμα κατάληξη συνέπεια συμπέρασμα εξέλιξη τροπή τέλος προϊόν επίπτωση επίλογος φινάλε επέλευση αποκορύφωμα κλείσιμο έξοδος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η έκβαση της δίκης εξέπληξε τους πάντες.
- Δεν μπορούμε να προβλέψουμε την έκβαση των διαπραγματεύσεων.
- Η έκβαση του ποταμού στη θάλασσα ήταν φραγμένη από φερτά υλικά.
- Η έκβαση της ασθένειας ήταν δυσμενής παρά τις θεραπείες.
- Κάθε μικρή απόφαση μπορεί να επηρεάσει την τελική έκβαση.
- Δεν περίμενα την τόσο θετική έκβαση της προσπάθειας.