άρθρωση

ουσιαστικό

1. Σύνδεση μεταξύ δύο ή περισσοτέρων οστών ή τμημάτων ενός σκελετικού συστήματος που επιτρέπει σχετικά μεγέθη κίνησης ή σταθερή επαφή ανάλογα με τη δομή της.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο γιατρός εξέτασε την άρθρωση του γόνατου.
  • Η άρθρωση του μηχανισμού χρειάζεται λίπανση.
  • Η άρθρωση των φωνημάτων επηρεάζει την προφορά του ομιλητή.
  • Στην ερμηνεία του έργου, η άρθρωση των φράσεων ήταν υποδειγματική.
  • Για την άρθρωση της τοπικής πολιτικής απαιτείται συντονισμός.