άναυδος

επίθετο

Που παραμένει χωρίς λόγια και χωρίς ικανότητα να αρθρώσει ή να εκδηλώσει αντίδραση εξαιτίας έντονης έκπληξης, θαυμασμού ή σοκ.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο Γιώργος έμεινε άναυδος όταν άκουσε τα νέα.
  • Η Μαρία έμεινε άναυδη μπροστά στην απροσδόκητη εξομολόγηση.
  • Οι θεατές έμειναν άναυδοι από την εκπληκτική παράσταση.
  • Το πλήθος έμεινε άναυδο μετά το σοβαρό ατύχημα.
  • Μείναμε άναυδοι βλέποντας την ξαφνική ανατροπή της υπόθεσης.