άκομψος
επίθετο1. Που στερείται κομψότητας ή χάρης στην εμφάνιση ή στη συμπεριφορά, προβάλλοντας αδέξιο ή χοντροκομμένο αποτέλεσμα.
2. Που έχει κακή αισθητική ή κακοσχεδιασμένες αναλογίες σε ένδυση, αντικείμενα ή διακόσμηση, με αποτέλεσμα την έλλειψη αρμονίας.
Συνώνυμα
ακαλαίσθητος άγαρμπος ατσούμπαλος χοντροκομμένος αδέξιος άτεχνος ατημέλητος απρεπής χυδαίος άχαρος ανάρμοστος άξεστος αγενής αντιαισθητικός χονδροειδής τραχύς αταίριαστος γκροτέσκος αδόκιμος ανοίκειος απλοϊκός αναίσχυντος
Αντώνυμα
κομψός εκλεπτυσμένος φινετσάτος ευπρεπής καλοντυμένος ευκίνητος λεπτεπίλεπτος κομψότατος περιποιημένος χαριτωμένος μοδάτος καλαίσθητος λεπτός αέρινος μεστός
Παραδείγματα χρήσης
- Η συμπεριφορά του ήταν άκομψος, και όλοι ένιωσαν άβολα.
- Το σχόλιό του ήταν πολύ άκομψος για μια τόσο σοβαρή συζήτηση.
- Φόρεσε ένα άκομψος σακάκι που δεν ταίριαζε καθόλου με την περίσταση.
- Η κίνηση του χορευτή ήταν άκομψος στην αρχή, αλλά βελτιώθηκε γρήγορα.