άκαμπτος

επίθετο

1. Που δεν λυγίζει ή παραμορφώνεται εύκολα, διατηρεί σταθερό σχήμα ή θέση υπό μηχανική καταπόνηση.

2. Που δυσκολεύεται να προσαρμοστεί σε νέες συνθήκες ή να αλλάξει στάση, συμπεριφορά ή απόφαση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο καθηγητής ήταν άκαμπτος στο μάθημα και δεν έκανε παραχωρήσεις στις απαιτήσεις των φοιτητών.
  • Η στάση της κυβέρνησης ήταν άκαμπτη παρά τις πιέσεις των πολιτών.
  • Το πλαίσιο του παραθύρου είναι άκαμπτο για μεγαλύτερη σταθερότητα.
  • Οι σωλήνες ήταν άκαμπτοι και δεν προσαρμόζονταν στη γωνία του τοίχου.
  • Οι οδηγίες παρέμειναν άκαμπτες για όλους τους συνεργάτες του έργου.
  • Τα μέτρα ήταν άκαμπτα και εφαρμόστηκαν άμεσα.