άδικος
επίθετοΠου προκαλεί ή εκδηλώνει αδικία προς πρόσωπα ή καταστάσεις, επιβάλλοντας άνιση, αθέμιτη ή ατεκμηρίωτη μεταχείριση, κρίση ή απόφαση.
Συνώνυμα
αθέμιτος αδικαιολόγητος ανήθικος ανέντιμος αυθαίρετος άσπλαχνος απαράδεκτος παράνομος άτοπος άτιμος άνομος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η τιμωρία για το λάθος ήταν άδικη.
- Ο χαρακτηρισμός του ως προδότης ήταν άδικος.
- Αυτός ο κόπος αποδείχθηκε άδικος.
- Πολλοί εργαζόμενοι διαμαρτύρονται για τις άδικες απολύσεις.
- Προσπάθησε να μην είσαι άδικος όταν κρίνεις τους άλλους.