διώρυγα
ουσιαστικό1. Υδάτινο πέρασμα, συνήθως τεχνητό, χαραγμένο ή διατηρημένο για την επικοινωνία μεταξύ δύο υδάτινων σωμάτων και τη διευκόλυνση της ναυσιπλοΐας.
2. Τεχνητός αγωγός νερού που χρησιμοποιείται για άρδευση, αποστράγγιση ή γενικότερη υδρολογική διαχείριση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η διώρυγα του Ισθμού της Κορίνθου είναι στενή και βαθειά.
- Έσκαψαν μια διώρυγα για να αρδεύσουν τα χωράφια.
- Η δημοτική αρχή καθάρισε τη διώρυγα για την αποστράγγιση των ομβρίων.
- Ο οδοντίατρος καθάρισε τη ριζική διώρυγα πριν την έμφραξη του δοντιού.
- Η νέα εμπορική διώρυγα μείωσε το κόστος μεταφοράς ανάμεσα στα δύο λιμάνια.