πλοιάριο

ουσιαστικό

Μικρό σκάφος, συνήθως απλής κατασκευής και ελαφρού βάρους, που χρησιμοποιείται για πλόες κοντά στην ακτή, σε ποτάμια ή λίμνες, για αλιεία, μικρές μεταφορές ανθρώπων ή εμπορευμάτων· μπορεί να κινείται με κουπιά, πανιά ή κινητήρα.

Συνώνυμα

σκάφος πλεούμενο βάρκα βαρκάκι βαρκούλα σκαφάκι πλοίο καΐκι καϊκάκι λέμβος ταχύπλοο ψαροκάικο κανό σαπιοκάραβο βαπόρι καράβι

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το πλοιάριο έδεσε στο λιμάνι και οι ψαράδες ξεφόρτωσαν το πρωινό ψάρι.
  • Το πλοιάριο που μας μετέφερε στο κοντινό νησί ήταν γεμάτο τουρίστες.
  • Κατά τη θύελλα, το πλοιάριο κινδύνεψε να βυθιστεί και χρειάστηκε άμεση διάσωση.
  • Με το πλοιάριο μεταφέρουν υλικά στις απομονωμένες παραλίες για τις εργασίες αποκατάστασης.
  • Στο διήγημα, το παλιό πλοιάριο συμβόλιζε την αναζήτηση και την επιστροφή του ήρωα.