βαρκούλα
ουσιαστικόΜικρή βάρκα, συνήθως για χρήση από ένα ή λίγα άτομα σε λίμνες, ποτάμια ή κοντά στην ακτή, κατασκευασμένη από ξύλο, μέταλλο ή φουσκωτό υλικό και προοριζόμενη για κοντινές μετακινήσεις ή ψάρεμα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η βαρκούλα κουνιόταν απαλά πάνω στα κύματα.
- Πήδηξε στη βαρκούλα για να φτάσει πιο γρήγορα στην ακτή.
- Το παιδί έσπρωξε την βαρκούλα στο νερό της μπανιέρας και τη φύσηξε.
- Η βαρκούλα του ψαρά ήταν παλιά αλλά ακόμα αντέχει στις φουρτούνες.
- Η ζωή μοιάζει με μια βαρκούλα που ψάχνει λιμάνι.
- Η μικρή βαρκούλα του λιμανιού έγινε το σήμα του χωριού.