νησί
ουσιαστικό1. Έκταση ξηράς, μικρή ή μεγάλη, που περιβάλλεται εξ ολοκλήρου από νερό, όπως θάλασσα, λίμνη ή ποτάμι, και διακρίνεται από την ηπειρωτική χώρα.
Συνώνυμα
νήσος νησίδα νησάκι βραχονησίδα ερημονήσι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το νησί είναι καλυμμένο με πευκοδάσος.
- Το νησί έχει λίγους μόνιμους κατοίκους.
- Πήγαμε διακοπές σε ένα μικρό νησί χωρίς αυτοκίνητα.
- Αισθανόταν σαν νησί απομόνωσης μέσα στην πόλη.
- Το μουσικό φεστιβάλ γίνεται σε ένα απομακρυσμένο νησί κάθε χρόνο.