εύκολα

επίρρημα

1. Με τρόπο που απαιτεί μικρή προσπάθεια, κόπο ή χρονική δαπάνη για την εκτέλεση ή την επίτευξη μιας ενέργειας σε σχέση με το συνηθισμένο.

Συνώνυμα

άνετα άκοπα αβίαστα ευχερώς ευκόλως χαλαρά απροβλημάτιστα απλά απλούστατα ελαφρά ανάλαφρα ανετότατα απρόσκοπτα ξέγνοιαστα ανώδυνα ομαλά

Αντώνυμα

δύσκολα δυσχερώς δυσκόλως κοπιαστικά επίπονα επώδυνα δυσβάσταχτα χαλεπώς κοπιωδώς οριακά ζόρικα σκληρά χρονοβόρα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το πρόβλημα λύθηκε εύκολα.
  • Δεν πείθεται εύκολα.
  • Μπορεί εύκολα να χαθείς αν πας μόνος σε εκείνη την περιοχή.
  • Το κρέας μαγειρεύεται εύκολα σε χαμηλή φωτιά.
  • Αποδέχτηκε την πρόσκληση εύκολα.