θήκη
ουσιαστικό1. Αντικείμενο σχεδιασμένο να φιλοξενεί και να προστατεύει ένα άλλο αντικείμενο, προσαρμοσμένο στο μέγεθος και το σχήμα του για ασφαλή φύλαξη και μεταφορά.
Συνώνυμα
περίβλημα κάλυμμα κάσα κασετίνα θηκάκι θύλακας φάκελος μανίκι πλαίσιο συσκευασία τσέπη βιτρίνα θυρίδα κιβώτιο επικάλυμμα κέλυφος κουτάκι πουγκί σακούλι συρτάρι κουτί δοχείο σακούλα σκεύος αποθετήριο τσάντα πορτοφόλι βαλίτσα καλάθι φέρετρο σάκος εξώφυλλο θησαυροφυλάκιο ντουλάπι αρχειοθήκη νεσεσέρ ράφι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το κινητό είναι στην θήκη.
- Έβαλα τα γυαλιά στην θήκη.
- Η θήκη του μαχαιριού ήταν φτιαγμένη από δέρμα.
- Πήρα μια καινούργια θήκη για το tablet.
- Η θήκη του πιστολιού ήταν στο συρτάρι.
- Τα CD φυλάσσονταν σε μια παλιά θήκη.