κάποτε
επίρρημα1. Σε κάποια στιγμή του παρελθόντος, χωρίς να προσδιορίζεται ακριβώς πότε.
2. Κατά διαστήματα ή πότε πότε, όχι συνεχώς.
3. Σε μια παλαιότερη περίοδο, όταν αναφέρεται κάτι που συνέβη πριν από το παρόν.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο παππούς μου έλεγε πως κάποτε το χωριό ήταν γεμάτο ζωή.
- Κάποτε θα καταλάβεις γιατί πήρα αυτή την απόφαση.
- Πέρασα από εκεί κάποτε πριν από πολλά χρόνια.
- Κάποτε σε αυτή τη δουλειά ήταν όλα πιο απλά.
- Αν χάσεις το τρένο, κάποτε θα φτάσεις στον προορισμό σου.