ιδιοκτήτρια
ουσιαστικόΓυναίκα που κατέχει νομικά την κυριότητα ενός αντικειμένου, ακινήτου, επιχείρησης ή άλλου περιουσιακού στοιχείου και έχει το δικαίωμα χρήσης, διάθεσης ή διαχείρισής του.
Συνώνυμα
κάτοχος ιδιοκτήτης σπιτονοικοκυρά γαιοκτήτρια κτηματίας εκμεταλλεύτρια διαχειρίστρια επιχειρηματίας επενδύτρια μετόχισσα συνεταιρίστρια αφεντικίνα
Αντώνυμα
ενοικιάστρια μισθώτρια ένοικος νοικιάστρια ενοικιαστής υπηρέτρια δούλα φιλοξενούμενη πελάτισσα επισκέπτης σερβιτόρα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ιδιοκτήτρια του καταστήματος άνοιξε νωρίς για τις εκπτώσεις.
- Μετά τη μεταβίβαση, έγινε ιδιοκτήτρια του παλιού σπιτιού.
- Η ιδιοκτήτρια του σκύλου τον πήγε στον κτηνίατρο για τα εμβόλια.
- Η ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος ζήτησε από τον ενοικιαστή να αποκαταστήσει τις φθορές.
- Μια ιδιοκτήτρια μικρής επιχείρησης πρέπει να ασχολείται με πολλά καθήκοντα.