πλησίον
επίρρημα1. Σε μικρή απόσταση χωρικά από κάποιο σημείο, αντικείμενο ή πρόσωπο.
2. Σε σχετική εγγύτητα ως προς ποσότητα, μέγεθος ή βαθμό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το βιβλιοπωλείο είναι πλησίον του σταθμού.
- Μένει πλησίον μου.
- Η θερμοκρασία είναι πλησίον των 20 βαθμών.
- Το ακίνητο βρίσκεται πλησίον της εθνικής οδού.
- Καθίσαμε πλησίον του παραθύρου για να βλέπουμε την πλατεία.