δίπλα

επίρρημα

1. Σε θέση πλησίον ή κοντά σε κάτι ή σε κάποιον, στο πλάι του ή στη στενή γειτνίαση.

2. Στο πλευρό κάποιου ή κοντά του με έννοια παρουσίας, συνοδείας ή υποστήριξης.

Συνώνυμα

πλάι πλάι-πλάι δίπλα-δίπλα παραδίπλα πλησίον εγγύς παραπλάι παρά κολλητά κοντά κοντά-κοντά παράπλευρα παραπλεύρως παρακείμενα παράλληλα παράμερα τριγύρω

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η καρέκλα είναι δίπλα στο τραπέζι.
  • Κάθισε δίπλα μου στο θέατρο.
  • Μένει δίπλα στο γραφείο του πατέρα του.
  • Πέρασα δίπλα από το σχολείο και σε σκέφτηκα.
  • Είναι πάντα δίπλα μου στις δύσκολες στιγμές.
  • Μην σταθείς δίπλα στην πόρτα, μπλοκάρεις τη διέλευση.