παραπλεύρως

επίρρημα

1. Κατά το πλάι ή δίπλα σε κάποιο αντικείμενο, χώρο ή πρόσωπο.

2. Με τρόπο πλάγιο ή παράπλευρο, σε θέση παράλληλη ή γειτονική σε σχέση με κάτι άλλο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η καφετέρια βρίσκεται παραπλεύρως του σταθμού του τρένου.
  • Στάθμευσε το αυτοκίνητο παραπλεύρως του κτιρίου για να ξεφορτώσει τα κουτιά.
  • Ο γιατρός εξέτασε τον τραυματισμό και διαπίστωσε οίδημα παραπλεύρως της πληγής.
  • Στο έγγραφο υπάρχει σχόλιο παραπλεύρως του πίνακα με τα στατιστικά.
  • Το πλοίο πέρασε παραπλεύρως της ακτής σε μικρή απόσταση.