όραση

ουσιαστικό

1. Ικανότητα αντίληψης οπτικών ερεθισμάτων μέσω των ματιών, που επιτρέπει την αναγνώριση σχημάτων, χρωμάτων, φωτεινότητας και κινήσεων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

τυφλότητα τυφλάδα αμβλυωπία τυφλοπάθεια σκοτισμός

Παραδείγματα χρήσης

  • Η όραση του παιδιού βελτιώθηκε μετά την επέμβαση.
  • Μετά το ατύχημα, η όραση του ασθενούς μειώθηκε σημαντικά.
  • Η όραση της εταιρείας για το μέλλον είναι καινοτόμα και φιλόδοξη.
  • Τη νύχτα είδε μια όραση που της άλλαξε την πορεία της ζωής.
  • Ο γιατρός εξέτασε την όραση με ειδικό οφθαλμολογικό εξοπλισμό.