μακρόθεν

επίρρημα

1. Από μεγάλη απόσταση ή από μακριά, χωρίς εγγύτητα στο σημείο αναφοράς.

2. Με αποστασιοποίηση ή επιφύλαξη, χωρίς άμεση εμπλοκή ή στενή σχέση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Τον παρατήρησα μακρόθεν, πριν φτάσει κοντά μας.
  • Ήρθε μακρόθεν για να παραστεί στην τελετή.
  • Μην κρίνεις μακρόθεν μια τόσο περίπλοκη υπόθεση.
  • Το παλιό κάστρο φαινόταν μακρόθεν σαν μικρή σκοτεινή κουκκίδα πάνω στον λόφο.
  • Πολλά προβλήματα φαίνονται εύκολα μακρόθεν, αλλά από κοντά αποδεικνύονται περίπλοκα.