γύρω
επίρρημα1. Σε κυκλική ή περιφερειακή θέση ή κίνηση γύρω από ένα σημείο, αντικείμενο ή άξονα.
2. Σε κοντινή περιοχή, στην περιφέρεια ή στο περιβάλλον ενός τόπου ή αντικειμένου.
3. Με έννοια εκτίμησης ή αδρής προσέγγισης ως προς χρόνο, ποσότητα ή μέγεθος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Περπατήσαμε γύρω από το πάρκο.
- Το σκυλί έτρεχε γύρω από το δέντρο.
- Η συνάντηση θα γίνει γύρω στις τρεις.
- Η δουλειά κράτησε γύρω στις δύο ώρες.
- Κοίταξε γύρω και δεν είδε κανέναν.