ύψωμα

ουσιαστικό

1. Μικρό ή μέτριο ανύψωμα της επιφάνειας του εδάφους, συνήθως χαμηλότερο από το βουνό, που ξεχωρίζει τοπιογραφικά από το γύρω έδαφος.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ανεβήκαμε στο ύψωμα για να απολαύσουμε το ηλιοβασίλεμα.
  • Οι στρατιώτες κατέλαβαν το ύψωμα και εξασφάλισαν το πλεονέκτημα στη μάχη.
  • Οι αρχαιολόγοι έκαναν ανασκαφές στο ύψωμα και βρήκαν θραύσματα αγγείων.
  • Έχτισαν έναν ανεμόμυλο στο ύψωμα για να εκμεταλλευτούν τους ανέμους.
  • Το ύψωμα βρίσκεται στο κέντρο του δάσους και φαίνεται από μακριά.