χαράδρα

άλλο

Βαθύ και στενό φυσικό άνοιγμα στο έδαφος, με απότομα πρανή ή πλαγιές, που σχηματίζεται συνήθως από τη διάβρωση νερού ή άλλων φυσικών διεργασιών.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η χαράδρα του φαραγγιού ήταν απότομη και εντυπωσιακή.
  • Το μονοπάτι διασχίζει τη χαράδρα και οδηγεί στο παλιό μοναστήρι.
  • Ο ποταμός χανόταν μέσα στη χαράδρα δημιουργώντας μικρούς καταρράκτες.
  • Με τα χρόνια άνοιξε ανάμεσά τους μια πραγματική χαράδρα αδιαφορίας.
  • Οι πεζοπόροι απέφυγαν τη χαράδρα γιατί οι βράχοι ήταν ολισθηροί.