επίχωμα
ουσιαστικό1. Σωρός ή ανάχωμα από χώμα, πέτρες ή άλλα υλικά που κατασκευάζεται για να ανυψώσει ή να στηρίξει επιφάνειες και κατασκευές και για να προστατεύσει από πλημμύρες ή διάβρωση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το επίχωμα κατά μήκος του ποταμού προστατεύει τα χωριά από τις πλημμύρες.
- Οι μηχανικοί συμπύκνωσαν το επίχωμα πριν στρώσουν το οδόστρωμα.
- Έριξαν επίχωμα για να ανυψώσουν το χωράφι και να αποφύγουν τη στάθμη των νερών.
- Η ανάκτηση γης έγινε με επίχωμα από τον πυθμένα της θάλασσας.
- Τα αρχαιολογικά στρώματα καλύφθηκαν από παλιό επίχωμα, που δυσκόλεψε τις ανασκαφές.