ύστερα

επίρρημα

1. Σε χρόνο, μετά από κάποιο γεγονός ή χρονικό σημείο αναφοράς, σε επόμενη στιγμή.

2. Στην ακολουθία γεγονότων ή στην αφήγηση, υποδεικνύει το γεγονός που επέρχεται μετά από άλλο ως επακόλουθο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ύστερα, θυμήθηκα τι μου είχε πει.
  • Πήγα στον γιατρό και ύστερα γύρισα στο σπίτι.
  • Ύστερα από πολλές προσπάθειες, τα κατάφερε.
  • Έφαγαν και ύστερα πήγαν στο σινεμά.
  • Δεν είχα τα χρήματα· ύστερα, δεν ήθελα να επιβαρύνω κανέναν.
  • Συναντήθηκαν στην πλατεία, μίλησαν για ώρα και ύστερα χώρισαν.