οπίσω
επίρρημα1. Σε θέση ή προς την πλευρά του οπίσθιου μέρους ενός αντικειμένου, χώρου ή σώματος.
2. Με κίνηση ή κατεύθυνση προς το πίσω μέρος, αντίθετη από την κατεύθυνση προς τα εμπρός.
3. Χρονικά, σε χρόνο που ακολουθεί προηγούμενο γεγονός ή στάδιο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το μαγαζί βρίσκεται οπίσω του σταθμού.
- Ο σκύλος έτρεξε οπίσω του παιδιού.
- Κοιτάζοντας οπίσω, συνειδητοποίησα τα λάθη μου.
- Μην κοιτάς οπίσω, προχώρα μπροστά.
- Οι οικονομικές δυσκολίες τον κράτησαν οπίσω στην καριέρα του.