όχλος

ουσιαστικό

1. Μεγάλος αριθμός ανθρώπων συγκεντρωμένων σε έναν χώρο ή συνδεδεμένων με κοινό σκοπό ή ενδιαφέρον, χωρίς απαραίτητα οργανωμένη δομή.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο όχλος συγκεντρώθηκε στην πλατεία για τη συναυλία.
  • Ένας όχλος διαδηλωτών έσπασε τις βιτρίνες των καταστημάτων.
  • Μην ακολουθείς τυφλά τον όχλο χωρίς να σκέφτεσαι.
  • Η κυβέρνηση φοβήθηκε τον όχλο και ανακάλεσε το μέτρο.
  • Ο ποιητής περιφρόνησε τον όχλο που ζητωκραύγαζε.